16/1/13

δυστυχώς ήταν αναμενόμενο

Ο τζίρος πέφτει, τα βιβλία λιγοστεύουν

Τα νέα από τη βιβλιαγορά, καιρό τώρα, δεν είναι ευχάριστα. Το σφράγισμα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, χωρίς την παραμικρή απόπειρα αναδιοργάνωσής του, και οι νέες φορολογικές ρυθμίσεις, που πλήττουν σε μεγάλο βαθμό όσους παράγουν πνευματικό έργο, έρχονται σε μία περίοδο όπου εκδότες και βιβλιοπώλες δίνουν αγώνα επιβίωσης υπό συνθήκες πολύ σκληρού ανταγωνισμού. Ο τζίρος των πωλήσεων δεν έχει πάψει να πέφτει. Ο κύκλος εργασιών του «Παπασωτηρίου» το 2011, για παράδειγμα, ήταν ο μισός του '08, ενώ εκείνο της «Πρωτοπορίας», το ίδιο διάστημα, έπεσε από τα 7 εκατ. στα 4,7 εκατ. ευρώ. Ο όγκος της παραγωγής μικραίνει κι αυτός: μέσα στην ίδια τετραετία χάθηκαν από τη βιβλιοπαραγωγή σχεδόν 2.500 τίτλοι, με το παιδικό βιβλίο να δέχεται το μεγαλύτερο χτύπημα. 

 

Το μόνο είδος που αντέχει είναι το ελληνικό μυθιστόρημα. Πώς εξανεμίστηκε η ευφορία της προηγούμενης δεκαετίας; "Δέκα χρόνια ερευνών στην αναγνωστική συμπεριφορά των Ελλήνων έχουν δείξει πως το κοινό του βιβλίου δεν αποτελείται από επιχειρηματίες ούτε από αγρότες ή ανειδίκευτους εργάτες. Αποτελείται κυρίως από δημόσιους και ιδιωτικούς υπαλλήλους, από φοιτητές, νοικοκυρές και συνταξιούχους, από τα μεσαία στρώματα δηλαδή, που είδαν την αγοραστική τους δύναμη να συρρικνώνεται" θυμίζει ο Σωκράτης Καμπουρόπουλος, επικεφαλής του "Παρατηρητηρίου" του ΕΚΕΒΙ σ' όλο το διάστημα της λειτουργίας του. Το αγκάθι, εν τούτοις, πάει βαθύτερα: "Με το που άρχισαν να γίνονται μικρότερες εισπράξεις στα βιβλιοπωλεία, αναδείχτηκε το διαρθρωτικό, χρηματο-οικονομικό πρόβλημα των μεγάλων αλυσίδων, οι οποίες είχαν προχωρήσει σε ανοίγματα με την υποστήριξη δανείων, χωρίς αυτά να δικαιολογούνται από τη ζήτηση"...
Απληρωσιά
σήμερα πια, η απληρωσιά έχει καθιερωθεί. Δεν είναι μόνο κάποια μεγάλα αλλά και πολλά μικρά βιβλιοπωλεία που αθετούν τις συμφωνίες με τους προμηθευτές τους ή καταβάλλουν ψίχουλα σε σχέση μ' ό,τι οφείλουν, οδηγώντας έτσι σ' εκτροχιασμό όλη την αλυσίδα -από το συγγραφέα, το μεταφραστή και τον εκδότη, ως τον τυπογράφο και τον βιβλιοϋπάλληλο.
Ελάχιστοι εκδότες διατηρούν πλέον την πολυτέλεια να γεμίζουν τους πάγκους με τη μέθοδο της παρακαταθήκης. Έχοντας τσουρουφλιστεί από τα φέσια -αρχής γενομένης από εκείνα του "Ελευθερουδάκη"-, προτιμούν να τυπώνουν λιγότερους καινούργιους τίτλους σε χαμηλότερα τιράζ, και να πληρώνονται μπροστά τα αντίτυπα που τοποθετούν. Παράλληλα, επιχειρούν να ξεφορτωθούν ό,τι στοκ υπάρχει ακόμα στις αποθήκες τους -εξ ου και η μεγάλη προσφορά στα παζάρια, όπου βρίσκει κανείς παλαιότερες εκδόσεις σε πολύ χαμηλές τιμές.
Πωλήσεις -20%
Ο Θάνος Ψυχογιός, πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Βιβλίου που συγκεντρώνει τους ισχυρότερους παίχτες αυτού του κατακερματισμένου συνδικαλιστικά χώρου, υπολογίζει ότι οι συνολικές πωλήσεις του '12 σε σχέση με του '11 ήταν κατά μέσο όρο χαμηλότερες τουλάχιστον 20%. "Εκ των υστέρων κρίνοντας, όντως δημιουργήσαμε μια φούσκα" αναγνωρίζει. "Το αναγνωστικό κοινό δεν διευρύνθηκε. Ούτε βιβλιοθήκες αποκτήσαμε ούτε οργανώσαμε πολιτικές προώθησης της ανάγνωσης. Η ανάπτυξη χρειάζεται και πολιτιστικές υποδομές, διαφορετικά η κοινωνία δεν μπορεί να την απορροφήσει".
Ενδεχομένως η αλήθεια να είναι πιο πικρή. Το 1999, μόνο το 30% των ερωτηθέντων παραδεχόταν ότι δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο. Το 2010, όσα μεγαθήρια κι αν στήθηκαν στο μεσοδιάστημα, όσα ρεκόρ πωλήσεων κι αν καταρρίφθηκαν από ιστορικά μυθιστορήματα και ρομάντζα, όπως φάνηκε από έρευνα της Metron Analysis, το αντίστοιχο ποσοστό σκαρφάλωσε στο 40%! Όπως το θέτει η Εύα Καραϊτίδη της "Εστίας", "η έκρηξη σε αριθμό βιβλιοπωλείων, εκδοτών και εκδιδόμενων βιβλίων, ήταν μέρος μιας ομαδικής, καταναλωτικής ψευδαίσθησης".
Ψηφιακές εκδόσεις
Εν τω μεταξύ, σ' Ευρώπη και Αμερική οι ψηφιακές εκδόσεις, φθηνότερες και χωρίς τα βάρη του χαρτιού και της αποθήκευσης, που έχουν οι έντυπες, γνωρίζουν αλματώδη ανάπτυξη. Εδώ είμαστε ακόμη στην αρχή. Οι ψηφιακοί τίτλοι μ' ελληνικό περιεχόμενο φτάνουν τους 4.000 αλλά το κοινό που θα τους αναζητήσει δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί. Ο αγώνας στο εκδοτικό τοπίο δίνεται επί... χάρτου. Και κάθε μέρα που περνάει, απαιτείται όλο και μεγαλύτερη εγρήγορση.
Δύσβατος δρόμος για νέα ταλέντα
Με περίπου 200 νέους τίτλους το χρόνο και τζίρο σταθεροποιημένο γύρω στα 14 εκατ. ευρώ, ο "Ψυχογιός" συγκαταλέγεται στις δέκα παραγωγικότερες εκδοτικές επιχειρήσεις της χώρας, και μολονότι ο όρος "λογοτεχνία" έχει ξεχειλώσει αισθητά τα τελευταία χρόνια, το μερίδιό του στην ελληνική λογοτεχνία είναι από τα υψηλότερα. Μόνο πέρσι, έφτασαν στα γραφεία του πάνω από δύο χιλιάδες χειρόγραφα επίδοξων συγγραφέων, τα εξακόσια από τα οποία ήταν μυθιστορήματα για ενήλικους. "Ψάχνουμε νέα ταλέντα και προχωράμε με προσοχή" ισχυρίζεται ο εκδότης της Λένας Μαντά και της Χρυσηίδας -πρώην Χρύσας- Δημουλίδου: "Σε γενικό επίπεδο, όμως, όσο περιορίζεται η συνολική παραγωγή τόσο πιο δύσκολος θα είναι ο δρόμος για τους πρωτοεμφανιζόμενους".
Την ώρα που ο ίδιος επεκτείνεται προς την αγορά της Τουρκίας ενισχύοντας τον κατάλογό του με τρανταχτά ξένα ονόματα (Χαρούκι Μουρακάμι, Σαλμάν Ρούσντι, Τζόναθαν Φράνζεν), ο "Καστανιώτης", αντιμέτωπος για πρώτη φορά στην ιστορία του με ζημίες, μετακομίζει στο ιδιόκτητο νεοκλασικό 104 της Θεμιστοκλέους, κάνει σκόντο στην ποιότητα του χαρτιού, όπως και άλλοι συνάδελφοί του, και μετρά ποιοι από τους δημοφιλείς συγγραφείς του, παρά τις καθυστερήσεις στις καταβολές πνευματικών δικαιωμάτων, του μένουν πιστοί.
Χωρίς ρευστό
Από τους στενότερους συνεργάτες του Θανάση Καστανιώτη, ο Ανταίος Χρυσοστομίδης είχε την ατυχία να δει τις "Κεραίες της εποχής μου" να εξαντλούνται τη στιγμή ακριβώς που τονωνόταν το ενδιαφέρον γι' αυτήν τη σπαρταριστή πινακοθήκη συγγραφέων διεθνούς ακτινοβολίας που είναι το βιβλίο του. Δεν υπήρχε ρευστό για την εισαγωγή χαρτιού, δεν υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης ανατύπωσης... Κάτι ανάλογο συνέβη το καλοκαίρι και με το μυθιστόρημα του Λεονάρδο Παδούρα "Ο άνθρωπος που αγαπούσε τα σκυλιά", που απέσπασε το φετινό Athens Prize for Literature. "Σίγουρα αντιμετωπίζουμε δυσκολίες", λέει ο ίδιος, "κι όσο κι αν κάποιοι βιάζονται να μας εξαφανίσουν, το παλεύουμε". Ήδη, ωστόσο, ο Μίμης Ανδρουλάκης πήγε στον παραγωγικότατο όλων των εκδοτών και κερδοφόρο ακόμα "Πατάκη", ενώ η Ελενα Ακρίτα ξεκίνησε συνεργασία με την αναπτυσσόμενη "Διόπτρα".
Μικρότερη σε μέγεθος αλλά με κληρονομιά 120 χρόνων που αγκαλιάζει από τον Μυριβήλη και τον Καραγάτση, ως τον Θανάση Βαλτινό και τον Χιώτη ακτιβιστή Γιάννη Μακριδάκη, η "Εστία" δίνει τη δική της μάχη μέσα στην κρίση, με διαφορετικά στρατηγεία στην Ευριπίδου και τη Σόλωνος. Η Εύα Καραϊτίδη, επικεφαλής του εκδοτικού οίκου, δεν άλλαξε πλεύση: "Εξακολουθούμε να εκδίδουμε με δική μας δαπάνη ογκωδέστατα έργα, όπως π.χ τις επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας ή τους "Τιμπό" του Ροζέ Μαρτέν ντι Γκαρ, που έλειπαν από την ελληνική αγορά και τα θεωρούμε σημαντικά. Δεν κάναμε ποτέ παρακαταθήκες και τεχνητή υπερφόρτωση στους πάγκους κι αυτό μακροπρόθεσμα μας ωφέλησε. Δυστυχώς, σήμερα, αναγκαζόμαστε να διακόψουμε τις σχέσεις μας με βιβλιοπωλεία που αδυνατούν να μας πληρώσουν, παρακολουθούμε με ψυχραιμία την κατάρρευση του υπάρχοντος συστήματος και αναζητούμε εναλλακτικές αγορές". Τραγική ειρωνεία: αδυναμίες πληρωμής αντιμετωπίζει και το "Βιβλιοπωλείο της Εστίας" που διευθύνει ο Γιάννης Καραϊτίδης, ορισμένοι, δε, από τους υπαλλήλους του οποίου έχουν προχωρήσει σε επίσχεση.
Ψυχραιμία συνιστά και η Γιώτα Κριτσέλη της μικροσκοπικής "Κίχλης" που ανέδειξε τον Γιώργο Μητά και τις "Ιστορίες του Χαλ" (βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου από το "Διαβάζω") και τώρα, ξεκινώντας από τον "Εξώστη", συστήνει το πρωτοποριακό έργο του Νίκου Καχτίτση στις νεότερες γενιές. Καινούργιος οίκος, μ' έναν και μοναδικό υπάλληλο, η "Κίχλη" στεγάζει από Μολιέρο, Ρίλκε, Λέον Πέρουτζ και Χένρι Τζέιμς μέχρι Αργύρη Χιόνη και Τίτο Πατρίκιο, κι αναμένει τα φιλολογικά απομνημονεύματα του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, βιβλιογράφου του Ελύτη και του Σεφέρη. "Επενδύω πολύ στην επιμέλεια του κειμένου, στην αισθητική της έκδοσης, στο πληροφοριακό υλικό για τον συγγραφέα, και τρέφω την πεποίθηση ότι η τακτική μου βρίσκει ανταπόκριση" λέει η Γ. Κριτσέλη.
Μένει να φανεί για πόσο καιρό ακόμα θα συνυπάρχουν στο εκδοτικό τοπίο επιχειρήσεις τόσο διαφορετικού μεγέθους. Οι ενεργοί εκδότες, εκείνοι δηλαδή που εκδίδουν ένα τουλάχιστον βιβλίο το χρόνο, ξεπερνούν τους 900. Είναι τριπλάσιοι απ' όσους δραστηριοποιούνταν το μακρινό 1990. Οι συστηματικά παρόντες, πάντως, με παραγωγή που ξεπερνά τους 80 τίτλους ετησίως μόλις και ξεπερνούν τους 20. Και ο κύκλος εργασιών που εμφανίζουν οι παραπάνω στους ισολογισμούς τους εμφανίζεται μειωμένος από το 2009 κατά 8 εκατομμύρια ευρώ. 

2 σχόλια:

Levina είπε...

Kαι η νοημοσύνη μας δέχεται το ακόμα μεγαλύτερο χτύπημα με τίτλους... "το γκρί σουρί κι οι αποχρώσεις του"... και έτερα ροζουλί ή βαμπιρικά αναγνώσματα ! Και έπεται συνέχεια στον ξεπεσμό γενικά.

Την Καλημέρα μου!

ΤΕΜΑΧΙΣΤΗΣ είπε...

Ναι, όντως είναι μια παράμετρος που δεν αναφέρεται στο έτσι κι αλλιώς ολιγόλογο σημείωμα. Ενώ η λογοτεχνία βάλλεται πανταχώθεν η βλακεία κάνει best sellers.... Δυστυχώς κρίση στη παραλογοτεχνία δεν υπάρχει